Ο Νίκος Τσολακίδης περιγράφει την κατάσταση στη χώρα μας, με αφορμή την «επέτειο» των 2 ετών από τα capital controls. «Δυο χρόνια πριν μπήκαμε σε capital controls, επειδή έτσι αποφάσισε ο Γιάνης και όχι εμείς, τι κι αν σαν γνήσιος «νεοέλληνας» αποποιήθηκε των ευθυνών του και έριξε το φταίξιμο στον Μάριο, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Μαζί, μπήκε σε έλεγχο το δικαίωμα να ονειρευόμαστε, η ζωή μας, η περηφάνια και το φιλότιμό μας» και συμπληρώνει: «Δυο χρόνια τώρα, η χώρα βρίσκεται σε cruise control με τους κυβερνώντες να κάνουν πως κυβερνούν, να ωρύονται και να ξιφουλκούν πως διαπραγματεύονται, άβουλοι, ανεπαρκείς και αμετανόητοι για την καταστροφή που προκάλεσαν, γαντζωμένοι σε μια καρέκλα.»

Ο Μελέτης Ρεντούμης εξετάζει την κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη θέση της Πρωθυπουργού, Τερέζα Μέι. «Η Βρετανίδα πρωθυπουργός, παγιδεύτηκε από τις εξελίξεις, θέλοντας να ενισχύσει μέσω της εκλογικής διαδικασίας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέρ του Brexit και τελικά έχασε κατά κράτος» σημειώνει και τονίζει «η Βρετανία καλείται να λύσει τον γόρδιο δεσμό ανάμεσα στην κυβερνητική αλλά και εθνική συνοχή, με την ταυτόχρονη διαχείριση της απόσχισης από την ΕΕ». Ο συγγραφέας καταλήγει: «Η επιπολαιότητα των πολιτικών ενεργειών πρυτάνευσε και πάλι γεγονός που φάνηκε από την πρόωρη προκήρυξη των εκλογών και την ελπίδα για άνετη εκλογική επικράτηση που διαψεύστηκε περίτρανα δημιουργώντας σαφέστατες πολιτικές συνέπειες»

Ο Κωνσταντίνος Σοφούλης με αφορμή του Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, η Ελλάδα Μετά, προσθέτει τον δικό του προβληματισμό εντοπίζοντας δύο απειλές να θέτουν ζήτημα βιωσιμότητας της ελληνικής κοινωνίας: «Πρώτο, στο γεωπολιτικό σύστημα που μας περιβάλλει και δεύτερο, στον πυρηνικό μηχανισμό αναπαραγωγής της κουλτούρας μας, δηλαδή στην Παιδεία και στην Εκπαίδευση που καθορίζουν τα δυναμικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας εν τέλει.». Όσον αφορά στην πρώτη απειλή, ο συγγραφέας εκτιμά πως «στο Αιγαίο βρισκόμαστε σε συνεχή πολιτικοστρατιωτική ήττα για εμάς», και όσον αφορά στην δεύτερη απειλή, σημειώνει πως «βασικό μέλημα της κυβέρνησης είναι να διαπλάσει κατά το δικό της δόγμα τις επίσημες δομές παραγωγής ιδεολογίας»

Ο Θανάσης Γεωργακόπουλος στην ομιλία του στο Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, Η Ελλάδα Μετά, τονίζει πως ο όρος μεταρρύθμιση έχει δυσφημιστεί στην Ελλάδα και σημειώνει την ανάγκη «αναγόμωσης» του όρου: «Πρέπει, επιτέλους, να γίνει κατανοητό πως οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν το μοναδικό δημοκρατικό μέσο για να αλλάξουμε την κοινωνία και τη ζωή μας, να ανακτηθεί η ελπίδα για το μέλλον». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «βασική πολιτική προϋπόθεση του μεταρρυθμιστικού προτάγματος είναι η αντιπαράταξη στα όσα ψεκασμένα κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια, ενός άλλου πειστικού αφηγήματος για την πορεία του τόπου, το οποίο θα υπερβαίνει τις μερικές και παραταξιακές ερμηνείες και θα δίνει μια «κόκκινη κλωστή» κατανόησης των εξελίξεων από τους πολίτες».

Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος στην ομιλία του στο Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, Η Ελλάδα Μετά, θέτει το θέμα της ταυτότητας: «Μέσα σε αυτή την όψη προ-νεωτερικότητας του ελληνικού «εθνικισμού», αυτού του δημώδους παγανιστικού εθνοτισμού, του εθνοτικού κοινοτισμού, που δεν κατάφερε να προαχθεί σε πολιτικό εθνικισμό, σε εθνισμό, μπορεί να βρίσκεται μία από τις βασικές απαντήσεις στο χρονίζον και αναπάντητο για πολλούς ταυτοτικό ερώτημα του ‘’ποιοι είμαστε;’’». Ο συγγραφέας τονίζει πως «έχουμε μείζον πρόβλημα με το «μετά». Γιατί αυτό το «μετά» είναι στην ουσία του νεωτερική κατασκευή, το «μετά» είναι κάτι που σε μεγάλο βαθμό η ελληνική κουλτούρα, δεν μπορεί εύκολα να το αντέξει, γιατί το μετά είναι αφαίρεση, είναι στην ουσία τι; Είναι η πολιτική.»

Ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος στην ομιλία του στο Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, Η Ελλάδα Μετά, περιγράφει την πολιτική και κοινωνική κατάσταση σήμερα: «Βρισκόμαστε μπροστά στη συνολική κατάρρευση της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, του δημοκρατικού κεκτημένου της Μεταπολίτευσης του 1974. Εάν υπάρχει κάποια ελπίδα, αυτή μπορεί να προκύψει μόνον από την Πολιτική, με Π κεφαλαίο. Είναι η ώρα να πάψουν οι πολιτικοί και η Πολιτική να συμπεριφέρονται ως δύσμοιρα θύματα των δημοσκοπήσεων και των διαθέσεων της κοινής γνώμης». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «Η Ελλάδα Μετά, μπορεί να υπάρξει και να ξαναονειρευθεί μόνον εάν υπάρξουν πολιτικοί που θα εναντιωθούν με αποφασιστικότητα στον πολτό της παράνοιας και του ανορθολογισμού που μας οδηγεί στον πάτο»

Ο Νίκος Λαλιώτης με αφορμή τη συμπεριφορά υπουργών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σημειώνει: «Η συμπεριφορά του φασίστα είναι πάντα κλασική και αναγνωρίσιμη. Ξεκινάει από την λεκτική βία και τον ψυχολογικό τραμπουκισμό, έτσι ώστε να διαλύσει την κοινωνική ισορροπία και την κοινωνική αίσθηση περί του ορθού και ηθικού και να διευρύνει τα όρια του μη επιτρεπτού. Μέσα στην επέκταση αυτή των ορίων, δημιουργεί τον προνομιακό χώρο στον οποίο υπάρχει και άρχει ο ίδιος και οι οπαδοί του, προστατευμένος από την ωμή δύναμή του, που δεν διστάζει να την επιδείξει αδιαφορώντας για την νομιμότητα.»

Ο Παναγιώτης Δουδωνής κάνει μια πρώτη εκτίμηση για το αποτέλεσμα των βρετανικών εκλογών σημειώνοντας ότι η νίκη των Συντηρητικών είναι «μια νίκη που ήλθε χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή και θα μπορούσε ήπια να χαρακτηριστεί Πύρρειος». Ο συγγραφέας τονίζει πως «ο πήχης τέθηκε τόσο χαμηλά που ο Corbyn μπόρεσε να τον περάσει» και συμπληρώνει πως «η δεύτερη θέση απέναντι σε ένα κόμμα το οποίο δίχασε με ένα δημοψήφισμα το Ηνωμένο Βασίλειο, το έσυρε εκτός Ευρώπης και παραμένει αμφίθυμο ως προς την εφαρμογή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος δε μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, παρά τη σημαντική ενίσχυση των Εργατικών.»

Ο Κώστας Κούρκουλος μιλάει για τη τρομοκρατία, εκκινώντας από την παλιά γενιά, όπως ήταν η 17Ν όπου τα μέλη της «μόλις βγήκαν στο φως, αποδείχτηκαν συντηρητικοί μικροαστοί» και σημειώνει ότι «η διαπίστωση όμως του μικροαστισμού των μελών της 17Ν ανέτρεπε, εκτός από την μυθολογία του «προοδευτισμού» τους και κάτι άλλο: τη μυθολογία ότι η τρομοκρατία έχει δήθεν κοινωνικές αιτίες». Αναφερόμενος στις νέες μορφές τρομοκρατίας εξηγεί ότι «το μίσος ανάγεται σε σκοπό της ύπαρξής τους: μισούν, άρα υπάρχουν». Ο συγγραφέας σημειώνει ότι «δεν υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης των ακτιβιστών του μίσους, όταν το μίσος για τον Άλλο, είναι όρος της ύπαρξής τους»

Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος εξηγεί την «λαϊκιστική μνησικακία»: «Αυτή η λαϊκιστική μηχανή μίσους πατάει πάνω στην υπέρβαση των παλιών διαιρέσεων (αριστερά/δεξιά), προνομιακό της υποκείμενο είναι ο θυματοποιημένος λαός, αυτό το νέο ελληνοκεντρικό υποκείμενο που «απελευθέρωσε», αναπαλαιώνοντάς το, η κινητοποίηση των «Αγανακτισμένων» το 2011» Ο συγγραφέας τονίζει πως «τώρα που αυτή η παρανοϊκής/μαγικής φύσης εθνικολαϊκιστική αντιστασιακή αφήγηση πολιτικά θρυμματίσθηκε προσκρούοντας στην πραγματικότητα, είναι αυταπάτη ότι η εξτρεμιστική της απόφυση, που κατασκευάζει σαν θεομηνία τον «άλλον» ως εχθρό (εναντίον του οποίου, συνεπώς, όλα επιτρέπονται) , είναι πολιτικά ελέγξιμη και ενσωματώσιμη στο «σύστημα» δια της κολακείας, δια της δημαγωγικής συναίνεσης»