Παρασκευή, 02 Ιουν 2017

Δικαιούμασταν αλληλεγγύη;

αρθρο του:

1η Ιουνίου 2017. Στις διαπραγματεύσεις της με τους πιστωτές, η κυβέρνηση ολοένα και περισσότερο βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, περίπου όπως βρέθηκε πριν από δύο χρόνια. Θυμάστε την 13η Ιουλίου του 2015; Ύστερα από 17 ώρες σκληρής διαπραγμάτευσης, ο Αλέξης Τσίπρας εξήλθε της συνόδου των Ευρωπαίων ηγετών τσαλακωμένος και κουρασμένος, για να ανακοινώσει στο Πανελλήνιο ότι κατάφερε να αποτρέψει την έξοδο της χώρας από το ευρώ. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε αργότερα ότι, κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2015, έγιναν διαπραγματευτικά λάθη και αναφέρθηκε σε «αυταπάτες». Το πάθημα, όμως, δεν μπορεί να γίνει μάθημα ούτε για τους κυβερνώντες ούτε για τη χώρα δίχως τη συνδρομή σοβαρής επιστημονικής ανάλυσης. Χωρίς να έχουμε μάθει το μάθημά μας, είναι μάλιστα πολύ πιθανόν να διαπράξουμε τα ίδια λάθη.

Πριν ακόμη από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, όταν ο Αλέξης Τσίπρας έγινε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ξεκίνησα να γράφω για τη ρητορική του και τον τρόπο που αντιβαίνει σε κάθε επιστημονική κατανόηση των διαπραγματεύσεων, όπως τις προσεγγίζουν κύρια οι κοινωνικές επιστήμες των οικονομικών και της ψυχολογίας. Στην Ελλάδα, τα σχετικά μου άρθρα δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή, στο Βήμα, στο Protagon, στην Athens Voice και στο Books’ Journal. Προσαρμοσμένα αποσπάσματά τους δημοσιεύονται στο βιβλίο μου «Πώς να (μη) διαπραγματεύεσαι: Τι μας διδάσκει η διαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg.

Ένα από τα αποσπάσματα του βιβλίου, που αφορά το πόσο οφείλουν οι Ευρωπαίοι να στέκονται αλληλέγγυοι στη χώρα μας, είναι το ακόλουθο:


7 Απριλίου 2015. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στη βρετανική εφημερίδα The Times, ο Πάνος Καμμένος δηλώνει «Αν Βερολίνο και Βρυξέλλες συνεχίσουν το bullying στην Ελλάδα, η Ευρώπη θα γεμίσει τζιχαντιστές»

Από το 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέσβευε ότι θα έκανε σκληρή διαπραγμάτευση. Θα αντιστεκόταν στη Μέρκελ και στον Σόιμπλε και θα τους εξανάγκαζε να υποχωρήσουν. Χρησιμοποιούσε λέξεις όπως «αντίπαλοι» και «εκβιαστές» για να χαρακτηρίσει τους Ευρωπαίους εταίρους και κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα θα υπερασπιζόταν επιτέλους τον εαυτό της. Τώρα πλέον που η επιτευχθείσα συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015 δεν είναι συνέπεια των δικών του εκβιασμών, αλλά της σκληρής στάσης των Ευρωπαίων, κάποιοι παραπονιούνται ότι η Ευρώπη δεν επιδεικνύει αλληλεγγύη, ως όφειλε.

Ήδη από την εποχή που ήταν στην αντιπολίτευση διαφαίνονταν αντιφάσεις στη φημισμένη συγκρουσιακή διαπραγματευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, αντιφάσεις που θα μπορούσαν να αποδοθούν κυρίως στη δίψα του για εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε τον λαό να πιστεύει ότι η Ευρώπη κέρδιζε σε βάρος της Ελλάδας. Ειδικά από τις εκλογές του 2012 και μετά, ήταν σαφές ότι είχε υποκύψει στη λεγόμενη «μεροληψία της αμετάβλητης πίτας» και αδυνατούσε να καταλάβει τι είναι «αμοιβαία επωφελής συμφωνία», δηλαδή η παράλληλη βελτίωση των θέσεων όλων των διαπραγματευόμενων πλευρών. Αδυνατούσε, με άλλα λόγια, να κατανοήσει ότι Ευρώπη και Ελλάδα έχουν αμοιβαίο συμφέρον να υλοποιηθούν σοβαρές μεταρρυθμίσεις στη χώρα μας και να ενδυναμωθεί η οικονομική μας θέση. Βεβαίως δεν ήταν η μόνη διαπραγματευτική μεροληψία στην οποία ήταν ευάλωτος ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ιδέα της Ευρώπης ως αντιπάλου και εχθρού ίσως ήταν η πιο επιζήμια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε τον λαό να πιστεύει ότι η Ευρώπη κέρδιζε σε βάρος της Ελλάδας.

Από την άλλη, δεν έχει την αποκλειστική ευθύνη ο ΣΥΡΙΖΑ. Η δυσπιστία απέναντι στους εταίρους καλλιεργήθηκε συστηματικά από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε στα μνημόνια. Ελάχιστοι είχαν το θάρρος να εξηγήσουν στον ελληνικό λαό ότι η χρεοκοπία της χώρας οφειλόταν τόσο στην ανεύθυνη πολιτική διοίκηση της χώρας την περίοδο 2004-2009, όσο και στις χρόνιες παθογένειες που προϋπήρχαν του 2004. Όταν κλήθηκε η Ελλάδα να αντιμετωπίσει υπέρογκα προβλήματα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η λύση της απόδοσης των δεινών στους ξένους φάνταζε πιο εύκολη.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις προτίμησαν, λοιπόν, να ρίξουν το βάρος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στους κακούς Ευρωπαίους. Χειρότερη όλων υπήρξε δε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία καλλιέργησε τη θέση ότι όποιος συμφωνούσε με τους Ευρωπαίους ήταν πάνω-κάτω προδότης και γερμανοτσολιάς. Μόνη λύση για αυτήν ήταν η αντίσταση και η σύγκρουση με τα «κατεστημένα» εντός και εκτός της χώρας.

Όταν ήρθαν στην εξουσία οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ήρθε η στιγμή που «επιτέλους» κάποιος θα εναντιωνόταν στους κακούς ξένους. Η στιγμή που θα τους εκβιάζαμε αντί να μας εκβιάζουν. Βιώσαμε τις απειλές τύπου «Κούγκι» και «τζιχαντιστών στο Βερολίνο» του Πάνου Καμμένου, αλλά πάνω από όλα επικράτησε το εξαιρετικά επικίνδυνο δόγμα του Γιάνη Βαρουφάκη: η νίκη μας περνούσε από τη χρεοκοπία της χώρας και την απειλή εξόδου από το ευρώ. Όσο πιο χρεοκοπημένη η χώρα, τόσο μεγαλύτερη η διαπραγματευτική της δύναμη. Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ περίμεναν τις αγορές να καταρρεύσουν μετά τη χρεοκοπία της χώρας, στην οποία αναμφίβολα πορεύτηκαν με βάση την διαπραγματευτική τους στρατηγική. Τότε οι εχθροί μας θα εξαναγκάζονταν να υποταχθούν για να διασώσουν το πολύτιμό τους ευρώ. Ενώ όμως οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία με απόλυτη ακρίβεια, η υποταγή των ξένων δεν ήρθε ποτέ.

Τι κι αν κάποιοι από εμάς λέγαμε ότι οι Ευρωπαίοι έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη, τι κι αν εξηγούσαμε ότι το παιχνίδι εκβιασμών δεν θα είχε παρά μόνο ένα πιθανό νικητή, τι κι αν λέγαμε ότι η συμφωνία περνάει από το να βλέπουμε τους Ευρωπαίους σαν εταίρους κι όχι σαν εχθρούς. Ο καθηγητής Βαρουφάκης συνέχισε να χρησιμοποιεί αντιεπιστημονικές στρατηγικές τύπου «αν δεν διανοηθείς τη ρήξη, δεν μπορείς να διαπραγματευτείς» και συστηματικά καλλιέργησε τη ρήξη με τους εταίρους. Ήταν πραγματικά αναπόφευκτη η πλήρης κατάρρευση των κόκκινων γραμμών μας και η επικράτηση των ευρωπαϊκών θέσεων.

Εκ των υστέρων, κάποιοι κατακρίνουν την Ευρώπη πως δεν επέδειξε αλληλεγγύη. Κι όμως, έδειξε ισχυρή αλληλεγγύη και ανωτερότητα, ειδικά η πλευρά της Γαλλίας, αν αναλογιστούμε τον τρόπο που διαπραγματευτήκαμε. Εφόσον η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είδε τη διαπραγμάτευση σαν μία μάχη με τον εχθρό, δεν δικαιούμασταν αλληλεγγύη. Βλέπετε, αλληλεγγύη μεταξύ εχθρών δεν νοείται. Μόνο μεταξύ εταίρων.


* Η γραβούρα του Χρήστου Παπανίκου, που έχει επιμεληθεί την εικονογράφηση του βιβλίου, συνοδεύει το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου «Πώς να (μη) διαπραγματεύεσαι: Τι μας διδάσκει η διαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη» (εκδόσεις Gutenberg)

 

Αρβανίτης, Αλέξης

Ο Αλέξης Αρβανίτης διδάσκει στο τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου έχει εκλεγεί επίκουρος καθηγητής με γνωστικό αντικείμενο την κοινωνική ψυχολογία. Με τις διαπραγματεύσεις έχει ασχοληθεί επισταμένως σε μεμονωμένα μαθήματα στις οικονομικές σχολές του Χάρβαρντ και της Βιέννης, στη μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία, στη διδακτορική του διατριβή, στη μεταδιδακτορική του εργασία, σε διεθνείς επιστημονικές δημοσιεύσεις (Philosophical Psychology, New Ideas in Psychology), στον διεθνή Τύπο (Project Syndicate, Social Europe, Open Democracy, World Financial Review) και στον ελληνικό Τύπο (Καθημερινή, Βήμα, Protagon, Athens Voice, Books’ Journal). Είναι διαμεσολαβητής, πιστοποιημένος από τον βρετανικό οργανισμό Chartered Institute of Arbitrators.