Τετάρτη, 20 Ιαν 2021

Η Προεδρία Μπάιντεν

αρθρο του:

Η έναρξη της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν δημιουργεί προσδοκίες για επιστροφή σε περισσότερο προβλέψιμες μέρες για τον κόσμο. H σταθερότητα και η διάθεση πολυμερούς συνεργασίας, που έλειψαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια, θα επανέλθουν στο προσκήνιο. Η νέα αυτή πραγματικότητα συνιστά από μόνη της θετική εξέλιξη. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ο εθνικισμός της τεχνολογίας αναδείχθηκε σε βασικό συστατικό της διεθνούς πολιτικής, αν και ο στόχος των κυβερνήσεων θα έπρεπε να είναι κοινός.  Τα εντυπωσιακά επιτεύγματα της τεχνολογίας, αντί να λειτουργήσουν ως μοχλός συνεργειών, αποτέλεσαν πεδίο αντιπαράθεσης. Η έλλειψη ηγεσίας από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών επιδείνωσε την κατάσταση.

Ο πρόεδρος Μπάιντεν θα έχει στόχο την εσωτερική οικονομική ανασύνταξη και την εξωτερική επαναφορά της χώρας του στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Η αποστολή είναι δύσκολη. Παρόλο που η διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ θεωρείται ευρέως πηγή του κακού, κάποιες πολιτικές τόσο του Τζόρτζ Μπους του Νεώτερου όσο και του Μπαράκ Ομπάμα στον 21ο αιώνα καλλιέργησαν το έδαφος για να δημιουργηθεί μία καινούρια τάση στην αμερικανική σκηνή, η οποία σήμερα περιγράφεται ως «Τραμπισμός». Η στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ, η προβληματική διαχείριση της Αραβικής Άνοιξης στη Λιβύη και τη Συρία, και η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης είναι μόνο κάποια παραδείγματα.

Για τον Τζο Μπάιντεν, η επιτυχημένη εξωτερική πολιτική πρέπει να ξεκινήσει από την αποτελεσματική διαχείριση των εσωτερικών ζητημάτων. O αριθμός των νεκρών από την πανδημία στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ήδη ξεπεράσει του 400 χιλιάδες, ενώ τα οικονομικά προβλήματα αυξάνουν. H τόνωση της παιδείας με την παράλληλη εξάλειψη των ανισοτήτων και τη στήριξη της καινοτομίας μπορούν, σύμφωνα με τον νέο πρόεδρο, να συμβάλλουν στη διατήρηση των πρωτείων της χώρας του μακροπρόθεσμα, σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Ο Μπάιντεν καλείται να αντιμετωπίσει μία πρωτοφανή κατάσταση

Παραδοσιακά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν πρότυπο για τον έξω κόσμο, πόσω μάλλον για τους συμμάχους τους. Ο Μπάιντεν καλείται να αντιμετωπίσει μία πρωτοφανή κατάσταση, όπου οι εταίροι της χώρας του ναι μεν ελπίζουν στις ικανότητές του αλλά παραμένουν επιφυλακτικοί για το κατά πόσο αυτές μπορούν να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της. Το μείζον θέμα στην ατζέντα θα είναι η Κίνα, αλλά η Κίνα δεν ευθύνεται για την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ή τις επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ. Αυτή η πραγματικότητα δε γίνεται συχνά αντιληπτή στην Ουάσιγκτον, που ενίοτε χαράσσει πολιτική με ψυχροπολεμικούς όρους.

Ο Μπάιντεν θα κληθεί να αποφασίσει αν είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεχίσει τις πολιτικές του προκατόχου του σε ζητήματα που σχετίζονται με τον πυρήνα των ενδιαφερόντων της Κίνας όπως το Χονγκ Κόνγκ , τη Νότια Σινική Θάλασσα και τη Ταϊβάν ή να επιλέξει μια πολιτική που υπερασπίζεται τις αμερικανικές αξίες αλλά επιτρέπει τη συνεργασία όπως συνέβαινε επί Μπαράκ Ομπάμα. Στην πρώτη περίπτωση το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης, ιδίως για το ζήτημα της Ταϊβάν, δεν αποκλείεται. Στη δεύτερη περίπτωση, η Κίνα θα επωφεληθεί από το σχετικά καλό κλίμα για να συνεχίσει την ανάπτυξή της αλλά θα πρέπει, επίσης, να περιμένει κοινές πρωτοβουλίες Ηνωμένων Πολιτειών-Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τεχνολογικά θέματα και συντονισμό δράσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και των χωρών που έχουν υπογράψει τη Συνολική Προοδευτική Συμφωνία για τη Εταιρική Σχέση στον Ειρηνικό.

Καθώς η άνοδος της Κίνας είναι εξέλιξη μη-αναστρέψιμη σε οποιοδήποτε σενάριο, η προεδρία του Τζο Μπάιντεν θα δώσει ίσως τον τόνο με τον οποίο η Αμερική αντιλαμβάνεται την πρωτοκαθεδρία της σε μία νέα τάξη πραγμάτων, η οποία διαμορφώνεται και σε ψηφιακό πλαίσιο. Το θέμα του αφοπλισμού και οι αμερικανορωσικές σχέσεις, καθώς η συμφωνία START αναμένεται να παραταθεί αλλά η INF δύσκολα θα αναζωογονηθεί, θα έχουν εξέχουσα θέση στην ατζέντα.  Αβέβαιο είναι, ταυτόχρονα, το μέλλον της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Ουάσιγκτον θα απαιτήσει αναθεώρησή της για να επανέλθει σε αυτή. Σε μία τέτοια περίπτωσή, όμως, η Τεχεράνη θα αντιδράσει, ενώ Βρετανία, Γαλλία, και Γερμανία δε θα συμφωνήσουν απαραίτητα. Το Ισραήλ, που επί Τραμπ δημιούργησε έναν διαφορετικό χάρτη στη Μέση Ανατολή, καθώς αναγνωρίστηκε από διάφορα αραβικά κράτη, ανησυχεί ιδιαίτερα μήπως χαθεί η δυναμική.

Σε μία περίοδο που οι προκλήσεις για τον Αμερικανό πρόεδρο θα είναι πολλές και περίπλοκες, τα ελληνοτουρκικά δε θα συγκεντρώσουν την προσοχή του. Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη, ώστε να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της αντιλαμβανόμενη την αμερικανική προσέγγιση, η οποία δεν έχει τοπικό αλλά παγκόσμιο χαρακτήρα. Για τον Μπάιντεν η Τουρκία θα είναι σημαντικός, αλλά όχι δεδομένος εταίρος στην προσπάθεια της κυβέρνησής του να ηγηθεί, επιδιώκοντας τον περιορισμό της επιρροής της Κίνας και την επίτευξη μιας περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, η οποία θα μπορεί να επεκτείνεται ψηφιακά και τεχνολογικά. 

 

 

Τζογόπουλος, Γιώργος

Ο Γιώργος Τζογόπουλος είναι επιστημονικός Συνεργάτης Begin-Sadat Centre for Strategic Studies και Centre International de Formation Européenne - Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων, ΔΠΘ