Παρασκευή, 08 Ιουλ 2016

Φορολογικά έσοδα και η καμπύλη Laffer

αρθρο του:

Τα έσοδα από την φορολογία για κάθε χώρα και πολύ περισσότερο για ένα πλήρες μέλος της ευρωζώνης που έχει σημαντικές δημοσιονομικές υποχρεώσεις, όπως η Ελλάδα είναι μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων που στηρίζουν τον προϋπολογισμό.

Παρά την μεγάλη αύξηση των φόρων στην χώρα μας με την οικονομική κρίση κυρίως από την έναρξη του 1ου Μνημονίου από το 2010 και μετά, δεν παρατηρείται σημαντική αύξηση των εσόδων, αντιθέτως σε πολλές κατηγορίες φόρων όπως στην άμεση φορολογία με την φορολογία εισοδήματος, τα έσοδα έχουν καταρρεύσει, δημιουργώντας ελλείμματα στον προϋπολογισμό που πυροδοτούν νέα δημοσιονομικά μέτρα και δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο ύφεσης που τελικά επιτείνεται από την αδύναμη ζήτηση και τον αποπληθωρισμό.

Σημαντικό μεθοδολογικό εργαλείο για την διερεύνηση της πορείας των φορολογικών εσόδων είναι η καμπύλη Laffer.

Ένα σημαντικό μεθοδολογικό εργαλείο με βάση την οικονομική θεωρία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την διερεύνηση της πορείας των φορολογικών εσόδων είναι η περίφημη καμπύλη Laffer.

Πήρε τ’ όνομά της από τον ομώνυμο Αμερικανό οικονομολόγο, ο οποίος μάλιστα χάραξε την καμπύλη πάνω σε μία χαρτοπετσέτα φαγητού σε μια συνάντηση που είχε το 1974 με δημοσιογράφους και με ρεμπουμπλικάνους πολιτικούς, για να επιχειρηματολογήσει εναντίον της αύξησης των φόρων από την τότε κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με την θεωρία και την καμπύλη του Laffer, κάθε φόρος είτε για νοικοκυριά είτε για επιχειρήσεις, αντιστοιχεί σ’ έναν άριστο φορολογικό συντελεστή, όπου αν αυξηθεί περαιτέρω οδηγεί σε άμεση μείωση φορολογικών εσόδων.

Αντιθέτως όσο ο συντελεστής είναι μικρότερος του άριστου, ανεξάρτητα της δημοσιονομικής κατάστασης, η κυβέρνηση έχει κάθε κίνητρο να τον αυξήσει, καθώς θα προσεγγίσει το άριστο επίπεδο του συντελεστή.

Σε αυτό το επίπεδο λοιπόν, μεγιστοποιούνται τα φορολογικά έσοδα ανά κλάδο της οικονομίας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μία πιο άρτια σχεδίαση της φορολογικής πολιτικής καθώς και ενός φορολογικού νομοσχεδίου σταθερού που δεν θα κινείται πέραν των άριστων συντελεστών καθώς ακόμα και μία μικρή αύξηση, αυτόματα μειώνει τα συνολικά έσοδα.

Κάθε φόρος αντιστοιχεί σ’ έναν άριστο συντελεστή, όπου αν αυξηθεί περαιτέρω οδηγεί σε άμεση μείωση φορολογικών εσόδων.

Όσον αφορά την χώρα μας, είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς από την μελέτη των στοιχείων και βάσει της υπέρογκης φορολογίας, που βρίσκεται το άριστο επίπεδο φορολογικών συντελεστών.

Κρίνοντας λοιπόν από τα έσοδα, τα συνολικά φορολογικά έσοδα άμεσων και έμμεσων φόρων για το έτος 2015 εμφανίζονται μειωμένα κατά 610,5 εκατ. ευρώ έναντι του 2014. Οι άμεσοι φόροι είναι μειωμένοι κατά 611,1 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέγεθος του 2014.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία η ανωτέρω μείωση οφείλεται κυρίως στην πτώση των εσόδων από φόρους περιουσίας κοντά στο 10%, που αποτελούν μάλιστα το 16% των συνολικών άμεσων φόρων καθώς και στη μείωση εσόδων κατά 21% από προσαυξήσεις, πρόστιμα και χρηματικές ποινές στους άμεσους φόρους.

Η προσέγγιση βέβαια των άριστων φορολογικών συντελεστών, προϋποθέτει τόσο την διεύρυνση της φορολογικής βάσης όσο και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής καθώς πλέον τα διαφυγόντα έσοδα για το κράτος, υπερβαίνουν την συνολική κρατική δαπάνη για μισθούς και συντάξεις, που σημαίνει ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης με σωστό σχεδιασμό και πολιτική βούληση.

Είναι γεγονός ότι οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα απαιτούν μείωση και σημαντική διόρθωση σε κάποιες περιπτώσεις, τόσο στην φορολογία εισοδήματος που επιβαρύνεται άδικα από την εισφορά αλληλεγγύης, όσο και από τον υπέρογκο ΦΠΑ, όπου σαν έμμεσος φόρος επηρεάζει σαφώς τ’ αδύναμα εισοδηματικά στρώματα.

Οι φορολογικοί συντελεστές, απαιτούν διόρθωση τόσο στην έμμεση φορολογία όσο και στην φορολογία των επιχειρήσεων της τάξης του 15-20% μεσοσταθμικά, έτσι ώστε, ν’ αυξηθεί η παραγωγή, να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και η αύξηση της προσφοράς σταδιακά να δημιουργήσει την αντίστοιχη ενεργό ζήτηση η οποία θα καλυφθεί από νέες θέσεις εργασίας.

Η συνεχής αύξηση των συντελεστών, πλήττει την κατανάλωση, την παραγωγή, τις θέσεις εργασίας.

Η προσεκτική λοιπόν μελέτη των συντελεστών ώστε να μην ξεπερνούν ποτέ το άριστο μέγεθός τους, μπορεί να βρεθεί τόσο από τα ιστορικά στοιχεία των εσόδων των επιχειρήσεων και του αντίστοιχου μεγέθους φορολογικών εσόδων ανά έτος, όσο και από την αντίστοιχη ελαστικότητα ζήτησης για κάθε κλάδο της οικονομίας, που φανερώνει την ευαισθησία της τελικής ζήτησης στις μεταβολές των τιμών, βάσει του φόρου ανά προϊόν, που τελικά διαμορφώνουν και το ύψος των φορολογικών εσόδων.

Αυτή η διαδικασία μπορεί να δώσει σημαντικές λύσεις στην κατεύθυνση αύξησης των εσόδων.

Αντιθέτως, η συνεχής αύξηση των συντελεστών, πλήττει την κατανάλωση, την παραγωγή, τις θέσεις εργασίας και τελικά την οικονομική ανάπτυξη με τραγικά κοινωνικά αποτελέσματα.

Βασικό μέλημα της κυβέρνησης αλλά και της κάθε κυβέρνησης, θα έπρεπε να είναι η μεγιστοποίηση των φορολογικών εσόδων μέσα από μια ρεαλιστική βάση, μέσα από τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας και όχι πέρα από αυτές όπως ακριβώς μας δείχνει και η θεωρία με την καμπύλη Laffer.

Συμπερασματικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής προερχόμενα μάλιστα από την θεωρία του Keynes, που συνδυάζουν την φορολογική πολιτική επί των συντελεστών με λελογισμένη αύξηση των δημοσίων δαπανών και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, ώστε ν’ αυξάνεται το ΑΕΠ της χώρας και να δημιουργούνται διατηρήσιμα πλεονάσματα.


* Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι: Marc Chagall (1887-1985), The Drunkard

Ρεντούμης, Μελέτης

Ο Μελέτης Ρεντούμης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποφοιτώντας από το τμήμα Οικονομικής Επιστήμης. Συνέχισε για μεταπτυχιακά στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, με αντικείμενο τις Ευρωπαϊκές Σπουδές και εξειδίκευση στα χρηματοοικονομικά και τις χρηματοδοτήσεις. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, για περίπου ένα χρόνο, πάνω στο ερευνητικό πεδίο της ασφάλισης και τιμολόγησης των πληροφοριών μεγάλων συστημάτων. Το 2007 ως στέλεχος της Eurobank ανέλαβε υπεύθυνος για θέματα στρατηγικών συμφωνιών με μεγάλους προμηθευτές καθώς και για την διαχείριση του κόστους. Από το 2015 παραμένει στον Όμιλο της Eurobank ως επικεφαλής Συντονισμού Διεθνών Δραστηριοτήτων για θέματα Προμηθειών.