Κυριακή, 01 Οκτ 2017

Η ενοχή της ευδαιμονίας σε καιρούς κρίσης

αρθρο του:

Ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, ο Σόλων ο Αθηναίος, ήταν ο μόνος άνθρωπος που τόλμησε να απαντήσει με ειλικρίνεια στην αλαζονεία του Κροίσου. Ο πάμπλουτος βασιλιάς της Λυδίας κάλεσε τον σοφό στο παλάτι του, μας λέει ο Ηρόδοτος, για να του δείξει τα αμύθητα πλούτη του - χρυσάφι ατόφιο που όμοιό του δεν υπήρχε. Και αφού είδε και θαύμασε ο Σόλωνας, «Τώρα λοιπόν ήρθε μέσα μου η επιθυμία», του λέει ο Κροίσος, «να σε ρωτήσω αν είδες κιόλας κάποιον άνθρωπο που να είναι από τους άλλους πιο ευτυχισμένος». Ο σοφός άφησε τον βασιλιά σύξυλο. Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη ούτε και γενικώς καμία θέση δε θα μπορούσε να του ανήκει στον κατάλογο των ευτυχισμένων. «Γιατί στο μάκρος της ζωής του έχει κανείς πολλά να δει που δε θα τα ᾽θελε, και πολλά να πάθει… Και παρότι φαίνεσαι σ’ εμένα βασιλιάς πολλών ανθρώπων και με πλούτη πολλά, αν πρώτα δε δω το τέλος σου, βασιλιά μου» του είπε ο Σόλων «δεν μπορώ να σου πω αν έζησες ευτυχισμένα».

The king, the king is to blame.
Shakespeare

Την ευδαιμονία σε καιρούς κρίσης τη φθονούν όλοι οι άνθρωποι. Και ακόμη περισσότερο όσοι είχαν κάποτε στη ζωή τους πολλά αγαθά, μα τώρα βρίσκονται σε εκείνους που δεν έχουν. Αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα αν θυμηθούμε πως από την αρχαιότητα η ευδαιμονία ταυτιζόταν με μια κατάσταση δυναμική, που έπρεπε όχι απλώς να αποκτήσεις στιγμιαία, αλλά και να διατηρήσεις ως το τέλος σου. Aν ξεκινήσουμε μιλώντας για τη λέξη «τέλος», θα διαπιστώσουμε ότι στη γλώσσα μας δε σημαίνει μόνο το τέρμα αλλά και τον σκοπό- τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής, η οποία φτάνει με την εκπλήρωσή του στην ολοκλήρωσή της. Δεν ήταν μόνο μια απλή κακοτυχία της στιγμής, μιας και «στο πλήθος των ανθρώπινων ημερών καμιά δε μοιάζει με την άλλη» ούτε ακόμη πως «οι θεοί φθονούν την υπέρμετρη ευδαιμονία» οι λόγοι για τους οποίους έδωσε ο Σόλωνας μια τέτοια απάντηση. Ήταν μόνον η έλλειψη «καλού τέλους», η απουσία δηλαδή του ουσιαστικού νοήματος της ζωής που διακρίνει τον άνθρωπο από το ζώο, που οδήγησε τον Κροίσο στην καταστροφή.

Η παθητική αποδοχή της κακής σημερινής κατάστασης μας στερεί την αυριανή πρόοδο.

Όλοι όσοι αναζητούν την ευδαιμονία σε καιρούς κρίσης έχουν μέσα τους μια κρυφή ενοχή. Όταν ο συνάνθρωπός σου δεν έχει τα απαραίτητα, μπορείς εσύ να παραπονιέσαι για τα λίγα; Όταν ανάμεσα σε τόσους άνεργους και τόσους άστεγους, εσύ έχεις μια ταπεινή φωλιά και ένα κομμάτι ψωμί, νομιμοποιείσαι να διαμαρτύρεσαι; -Όχι μόνο μπορείς, αλλά και πρέπει να διαμαρτύρεσαι. Γιατί αυτή σου η αδιευκρίνιστη ενοχή και η καρτερική αποδοχή της είναι ένα από τα πρώτα βήματα του συμβιβασμού με την παρακμή της ζωής σου και κατ’ επέκταση με την παρακμή της χώρας μας. Πόσο όμορφα το είχε πει ο Δημήτρης Λιαντίνης αναφερόμενος στην αρετή που διέκρινε τους κλασικούς προγόνους μας: 

«Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον έναν από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να έχει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανένα». Δεν είναι δηλαδή ύβρις να ζεις εσύ με τα πολλά και ο συνάνθρωπός σου με τα λίγα. Είναι δυσλειτουργία του ίδιου του συστήματος στο οποίο ζούμε, συναποτελούμε και το οποίο εν τέλει οι ίδιοι κατασκευάζουμε, όταν ο ένας βρίσκεται στο μηδέν και ο άλλος στο δέκα. Ω ανεκτίμητο χρήμα της ψυχής, και με αυτό τι μπορείς ν’ αγοράσεις…

Το να περνάς καλά ή να προσποιείσαι ότι περνάς καλά σε καιρούς κρίσης είναι «αμαρτία». Δεν προξενεί καμία εντύπωση το ότι, στον σύγχρονο ανεπτυγμένο κόσμο, πολλά από τα αγαθά που σε μια χώρα θεωρούνται πολυτελή σε μια άλλη λογίζονται ως απλώς απαραίτητα. Aκόμη θυμάμαι τη ζωντανή εξιστόρηση μιας παλιάς καθηγήτριάς μου που βρέθηκε ένα διάστημα στην Αγγλία έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στην Αμερική. «Για μια τριμελή οικογένεια», μας έλεγε «δε συνήθιζε να πηγαίνει ένας στο σούπερ μάρκετ, αλλά τρία άτομα». Τρία καρότσια ως πάνω γεμάτα, τόσο που να μη διακρίνεις ποιος βρίσκεται πίσω τους. Το ίδιο με την Αμερική έκαναν και όταν πήγαν στην Αγγλία﮲ πρώτο Σάββατο, δεύτερο Σάββατο, το τρίτο ο φύλακας του σούπερ μάρκετ δε βάσταξε: «Δεν καταλαβαίνετε, κυρία μου, ότι προκαλείτε; Με όλο το θάρρος, αλλά όταν όλοι οι συνάνθρωποί σας γεμίζουν ένα μικρό καλαθάκι με ψώνια και εσείς κάνετε εβδομαδιαία έναν τέτοιο λογαριασμό, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο για την ασφάλειά σας.» Αναρωτιέμαι ποιο ακριβώς είναι το αντίστοιχο μέτρο της «πρόκλησης» για ένα ελληνικό νοικοκυριό των ημερών μας…

Είναι τελικά «ύβρις» ή αναγκαίος και προαπαιτούμενος στόχος για τη δική μας εποχή οι καλές συνθήκες που φέρνει η πληρότητα αγαθών; Οι σπάνιες στις μέρες μας λέξεις ολβιότητα και ευδαιμονία (εύχομαι σπανιότερες για εμάς, από ό,τι η ευημερία και η ευμάρεια) δείχνουν περίτρανα ότι η υλική πληρότητα όχι μόνον προηγείται, αλλά και συχνά προϋποτίθεται για αυτό που πιο γενικά θα ονομάζαμε ισορροπημένη ζωή. Εικοσιεπτά περίπου αιώνες μετά τον Σόλωνα, έχουμε με ασφάλεια αντιστρέψει το ερώτημα στον σύγχρονο κόσμο: μπορεί η ευημερία ως υπέρτατος σκοπός και ως αίσιο τέλος της ζωής μας να μας οδηγήσει στην ενσυνείδητη αναζήτηση της ευμάρειας; Φτωχός δεν είναι όποιος φοβάται τη φτώχια -θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει στη ρήση του Καζαντζάκη- αλλά όποιος φοβάται ν’ αποκηρύξει τη φτώχια του με πράξεις, για να ζητήσει ένα καλύτερο αύριο.

Δεν μπορεί να είσαι ζωντανός, αν σου λείπει η επιθυμία για κάτι καλύτερο.

Λένε ότι ο εχθρός που μας περιφρονεί είναι χειρότερος από αυτόν που μάχεται εναντίον μας. Ποια είναι όμως η λύση για εκείνους που δεν επιθυμούν να ζουν πια με το «μη» και με τα λίγα, για όσους δε συμφωνούν με τους όρους και τους κανόνες του παιχνιδιού; Η μετανάστευση; Οι σπουδές επ’ άπειρον; Και άραγε ως πότε οι νέοι θα προεκτείνουν τις σπουδές τους τρώγοντας πνεύμα, δηλαδή αέρα κοπανιστό; Η σθεναρή επιδίωξη της ευδαιμονίας, όχι ως στέρφου υλισμού, αλλά ως μέσου επαύξησης και βελτίωσης της ποιότητας ζωής, είναι το αμεσότερο κίνητρο για τη βελτίωση της οικονομικής και ψυχολογικής μας κατάστασης. Φυσικά η κατανάλωση, όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό και σε μοναδικό νόημα της ύπαρξης του ανθρώπου, είναι συνώνυμο της ρηχότητας. Η δυνατότητα κατανάλωσης όμως, ως προνόμιο ενός πολιτισμένου λαού, ο οποίος όχι μόνο παράγει μηχανικά αλλά και κάποτε γεύεται τους καρπούς των κόπων του, είναι δείκτης προόδου.

Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι ο συμβιβασμός και η παθητική αποδοχή της κακής σημερινής κατάστασης είναι αυτό που μας στερεί ακαριαία την αυριανή πρόοδο. Από τις πρώτες σελίδες ανθρώπινης ιστορίας στον πλανήτη μας, το πρωταρχικό κίνητρο για την εξέλιξη ήταν η δυσαρέσκεια με την υπάρχουσα κατάσταση, και η αναζήτηση μιας νέας, καλύτερης. Και προϋπόθεση για αυτήν ακριβώς τη δυσαρέσκεια στέκεται ο ζήλος, η επιθυμία και η ενεργητική διεκδίκηση για κάτι το καλύτερο. «Γιατί αυτός και όχι εγώ» είναι το πρωταρχικό βήμα της εξέλιξης. Και μπορούμε λοιπόν και πρέπει να αναζητούμε την υλική πληρότητα, και εν τέλει τη βελτίωση της ίδιας μας της ζωής, χωρίς να αρκούμαστε απλώς στην αποδοχή μιας πραγματικότητας που ελάχιστα σημάδια μας δείχνει ότι ζούμε. Ή για να το πω πιο απλά: Δεν μπορεί να είσαι ζωντανός, αν σου λείπει η επιθυμία για κάτι καλύτερο.


* Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι: Pablo Picasso's "The Kiss"

Σπηλιωτόπουλος, Γιώργος

Ο Γιώργος Σπηλιωτόπουλος ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές του σπουδές στην Κλασική Φιλολογία και τις μεταπτυχιακές του σπουδές, με ειδίκευση στα Αρχαία Ελληνικά, στο Ε.Κ.Π.Α. Από το 2016 είναι υποψήφιος διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας στο City University of New York. Κύρια ενδιαφέροντά του, εκτός των Κλασικών σπουδών, είναι η Ποίηση και το Σκάκι.

Τελευταία άρθρα: Σπηλιωτόπουλος, Γιώργος